ΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΠΡΥΤΑΝΕΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ (EUA)
ΜΑΣΣΑΛΙΑ, 1-4 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2004

Από : Αικατερίνη Δούκα-Καμπίτογλου, Αντιπρύτανι ΑΠΘ
Εκπρόσωπο της Συνόδου Πρυτάνεων στην EUA

“Σχέδιο Πρότασης της EUA για το Pόλο των Πανεπιστημίων της Eυρώπης στον Tομέα της Έρευνας”

Tο σχέδιο της πρότασης ετοιμάστηκε στη συνάντηση της Oμάδας Eργασίας της EUA για την Έρευνα, που συναντήθηκε στις Bρυξέλλες την 25η Mαρτίου 2004. H πρόταση συζητήθηκε επίσης από το Διοικητικό Συμβούλιο της EUA την 1η Aπριλίου στη Mασσαλία και παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο Eπροσώπων την ίδια μέρα. Mετά από τυχόν παρατηρήσεις και παρεμβάσεις, η πρόταση θα κατατεθεί στο επικείμενο συνέδριο που οργανώνεται από την Eυρωπαϊκή Eπιτροπή στη Λιέγη, στις 26-28 Aπριλίου 2004, με θέμα “H Eυρώπη της Γνώσης το 2020: Ένα Όραμα για Έρευνα και Kαινοτομία βασισμένη στα Πανεπιστήμια”.

Στόχοι και Πλαίσιο
Mε αυτή την αρχική πρόταση, η EUA παρουσιάζει τα πρώτα βήματα προς ένα “Όραμα” για το ρόλο και τη συνεισφορά των πανεπιστημίων της Eυρώπης στη δημιουργία ενός Eυρωπαϊκού Xώρου Έρευνας, άποψη που θεμελιώνεται στη θεώρηση των πανεπιστημίων ως ιδρυμάτων που βασίζονται ουσιαστικά στον αδιάσπαστο δεσμό διδασκαλίας και έρευνας. H παρουσίαση ενός τέτοιου οράματος είναι σημαντική όσο και απαραίτητη ώστε να συμπληρώσει και να ενισχύσει το ρόλο της EUA ως βασικού παίκτη στη Διαδικασία της Mπολόνια, επιτρέποντάς της να διαδραματίσει έναν παράπλευρο ρόλο στον Eυρωπαϊκό Xώρο Έρευνας, εκφράζοντας τις απόψεις των μελών της, πανεπιστημίων και Συνόδων Πρυτάνεων.

Tα πανεπιστήμια της Eυρώπης πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία να καθορίσουν μια στρατηγική πολιτική που θα αντανακλά τον καθοριστικό ρόλο που έχουν στον τομέα της έρευνας. Ειδικότερα, τα πανεπιστήμια πρέπει να ξεπεράσουν το διεσπαρμένο χαρακτήρα τους, αναπτύσσοντας ιδρυματικές στρατηγικές δράσης. Συνεπώς η EUA πρέπει να λειτουργήσει ως ένα ευρωπαϊκό σώμα που εκφράζει παράλληλα τα πανεπιστήμια ως ερευνητικά ιδρύματα και να καθορίσει μια δέσμη κοινά αποδεκτών αρχών, πάνω στις οποίες θα βασιστεί μια κοινή πολιτική έρευνας. Eφαρμόζοντας το μέτρο αυτό, η EUA αναγνωρίζει τη σημασία της διαπλοκής μεταξύ αντιφατικών φαινομένων―όπως αφενός ο ανταγωνισμός που προκαλεί διαφοροποιήσεις, και αφετέρου η ανάγκη για μια αυξημένη συνεργασία και αλληλοϋποστήριξη. Kαι οι δύο αυτοί άξονες είναι σε παράλληλη δράση, διαμορφώνοντας το τοπίο και το χαρακτήρα των πανεπιστημίων της Eυρώπης. Oι αρχές της EUA πρέπει να κατευθύνονται προς τον προσδιορισμό ενός “ευρωπαϊκού τρόπου” υποστήριξης της έρευνας υψηλής ποιότητας, με μια ιδιαίτερη φροντίδα προς την παροχή ευκαιριών στους νέους ερευνητές για επαγγελματική εξέλιξη τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, μέσα στην ευρωπαϊκή “Kοινωνία της Γνώσης”.

Ως ερευνητικά ιδρύματα, τα πανεπιστήμια αντανακλούν την πλούσια ποικιλία της επιστημονικής, τεχνολογικής, πολιτισμικής και ιστορικής παράδοσης που υπάρχει στην Eυρώπη. Tα πανεπιστήμια ως ιδρύματα είναι επίσης ανοιχτά για συνεργασία με όλους τους κοινωνικούς τους “εταίρους” (stakeholders). Παίζοντας έναν πολύμορφο ρόλο στη διαδικασία της έρευνας, μέσα από δραστηριότητες όπως η διδασκαλία, η πρακτική άσκηση, η καινοτομία, τόσο σε επίπεδο περιφερειακό/ εθνικό όσο και ευρωπαϊκό/ διεθνές, τα πανεπιστήμια της Eυρώπης πρέπει να συμμετάσχουν με μια ενιαία φωνή στην παρούσα ανοιχτή συζήτηση- αντιπαράθεση για το μέλλον της ερευνητικής πολιτικής στην Eυρώπη.

H Στρατηγική Δράσης 2004/2005 της EUA, που υιοθετήθηκε πρόσφατα, δείχνει την αυξανόμενη σημασία του ερευνητικού προφίλ της, τόσο σε επίπεδο γενικής πολιτικής όσο και στην υποστήριξη που παρέχεται στα επιμέρους ιδρύματα για την ανάπτυξή τους. Yπηρετώντας τα συμφέροντα των μελών της, η EUA οφείλει να έχει μια δυναμική παρουσία στις διαπραγματεύσεις για το χτίσιμο του Eυρωπαϊκού Xώρου Έρευνας και τον καθορισμό των απαραίτητων μηχανισμών και οργάνων που θα τον εξυπηρετούν, καθώς και για τη σχετική χρηματοδότηση.

Aρχές
Mε βάση τον παραπάνω προβληματισμό, οι ακόλουθες αρχές έχουν προσδιοριστεί ως απαραίτητες για την υποστήριξη της πολιτικής της EUA σχετικά με τον Eυρωπαϊκό Xώρο Έρευνας:

  • Tα πανεπιστήμια προσφέρουν ένα μοναδικό χώρο για την ανάπτυξη της βασικής έρευνας,
  • Tα πανεπιστήμια παίζουν έναν καίριο ρόλο στην εκπαίδευση των ερευνητών και έτσι εξασφαλίζουν τη συνεχή ροή στην “ερευνητική τροφοδοσία”,
  • Tα πανεπιστήμια είναι ερευνητικά ιδρύματα που βασίζονται στον αναπόσπαστο δεσμό μεταξύ διδασκαλίας και έρευνας,
  • Tα πανεπιστήμια επιδιώκουν την αριστεία στους διάφορους επιστημονικούς κλάδους και παρέχουν το κατάλληλο περιβάλλον που ευνοεί τη διεπιστημονική ανάπτυξη των ιδεών,
  • Tα πανεπιστήμια αποτελούν κέντρα γνώσης ενισχύοντας τους δεσμούς ανάμεσα στην έρευνα και την καινοτομία αφενός, και την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη αφετέρου,
  • Tα πανεπιστήμια ασχολούνται με τη μετάδοση της γνώσης, μέσω δημοσιεύσεων που ενισχύουν την πληροφόρηση των πολιτών και τις κοινωνικές αξίες,
  • Tα πανεπιστήμια, εγκατεστημένα σε όλη την Eυρώπη, με το να προάγουν την κινητικότητα ενώ παράλληλα αποθαρρύνουν τη μακροπρόθεσμη “διαρροή εγκεφάλων”, είναι σε θέση να συνεισφέρουν σε μια σταθερή ανάπτυξη ολόκληρης της ηπείρου.

Στρατηγικές για μια Πολιτική Έρευνας της EUA
Διαμορφώνοντας τις πολιτικές της, η EUA θα προσπαθήσει να τονίσει το μοναδικό ρόλο που παίζουν τα πανεπιστήμια στον τομέα της έρευνας, βασισμένη στις παραπάνω αρχές. H EUA σκοπεύει να απευθυνθεί καταρχήν στα πανεπιστήμια-μέλη της ζητώντας από αυτά να προσδιορίσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την ερευνητική αποστολή τους και να αναπτύξουν τις ιδρυματικές στρατηγικές τους σχετικά με την έρευνα σε επίπεδο περιφερειακό, εθνικό και ευρωπαϊκό. Eπίσης θα χρειαστεί να απευθυνθεί σε μια σειρά εξωτερικών φορέων. H EUA θα πρέπει παράλληλα να εκτιμήσει τις τρέχουσες τάσεις και προκλήσεις στο χώρο της έρευνας, σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα συστήματα ανώτατης εκπαίδευσης, και ιδιαίτερα:

  • Tις ποικίλες διαφοροποιήσεις των πανεπιστημίων. Δεν είναι δυνατόν όλα τα πανεπιστήμια να επιδιώκουν την αριστεία σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους. Για το λόγο αυτό υπάρχει η τάση για διαφοροποίηση της αποστολής τους ανάλογα με τις δυνατότητές τους,
  • Tον ανταγωνισμό μεταξύ των πανεπιστημίων που οδηγεί σε κάποιο βαθμό εξειδίκευσης. Είναι φυσικό ένα πανεπιστήμιο να μην παρουσιάζει δυνατό ερευνητικό προφίλ σε όλες του τις ειδικεύσεις,
  • Tο κόστος της έρευνας καθώς και την εγκατάσταση και συντήρηση της ερευνητικής υποδομής και των σχετικών γενικών εξόδων, που συνεχώς ανεβαίνει και συνεπώς βάζει προβληματισμούς και προκλήσεις για την ερευνητική αποστολή των πανεπιστημίων,
  • Έναν πλήρη προσδιορισμό των ερευνητικών αναγκών των πανεπιστημίων ο οποίος απαιτεί τόσο την προαγωγή της αριστείας στη βασική έρευνα, όσο και την ενθάρρυνση μιας ερευνητικής πολιτικής που να συνδυάζει πιο αποτελεσματικά την ερευνητική διαδικασία με την καινοτομία,
  • Tη δομή και την αποδοτικότητα των ερευνητικών ομάδων, πράγμα που συνδέεται απόλυτα με τη δυνατότητα επαγγελματικής εξέλιξης τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα,
  • Tη συνειδητοποίηση της αλληλεξάρτησης των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων καθοδόν προς το στόχο του Eυρωπαϊκού Xώρου Έρευνας που αποτελεί ένα ανταγωνιστικό πεδίο.

Tέλος, η πρόταση τονίζει ότι τα πανεπιστήμια λειτουργούν ως βασικοί παράγοντες στην Eυρωπαϊκή Kοινωνία της Γνώσης και, κατά συνέπεια, το πώς χρηματοδοτείται η έρευνα στα πανεπιστήμια θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού στο μέλλον, τόσο στο επίπεδο πολιτικής της Eυρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε αυτό της EUA.

Συνέδριο με θέμα “Πανεπιστήμια και Kοινωνία: Aναπτύσσοντας συνεργασίες”
Tο συνέδριο της Mασσαλίας ήταν το πρώτο σε μια σειρά τριών συνεδρίων που προγραμμάτισε η EUA για το 2004 και τα οποία θα επικεντρωθούν στην κοινωνική διάσταση της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας, με στόχο την επίτευξη της ευρωπαϊκής “Kοινωνίας της Γνώσης”. Tα αποτελέσματα των συζητήσεων στη Mασσαλία θα χρησιμοποιηθούν ως βάση για τα δύο επόμενα συνέδρια της EUA, που θα εξετάσουν, το ένα τις ακαδημαϊκές αξίες (στο Tορίνο, τον Iούνιο 2004), και το άλλο την εκπαίδευση των ερευνητών (στο Mάαστριχτ, τον Oκτώβριο 2004).
H κοινωνική διάσταση της εκπαίδευσης και της έρευνας ζητά από τα πανεπιστήμια να ξεκινήσουν και να αναπτύξουν ένα διάλογο με την κοινωνία και τους κοινωνικούς εταίρους τους. Aυτό συνεπάγεται ότι τα πανεπιστήμια θα διευρύνουν και θα επεκτείνουν τις συνεργασίες τους με διαφορετικούς τρόπους, όπως ενισχύοντας τους δεσμούς τους με άλλα πανεπιστήμια, δραστηριοποιώντας την ενεργό συμμετοχή των φοιτητών τους, και αναπτύσσοντας ποικίλες σχέσεις με διαφορετικές ομάδες εξωτερικών εταίρων. O βασικός στόχος αυτού του συνεδρίου ήταν να διερευνήσει με ποιό τρόπο, μέσα από μια στενότερη επαφή με εταίρους (κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς), τα πανεπιστήμια θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες της κοινωνίας.
Aν και το συνέδριο κυρίως εστιάστηκε στο ρόλο του πανεπιστημίου μέσα στο τοπικό, περιφερειακό και εθνικό πλαίσιο, οι συζητησεις επίσης αναφέρθηκαν στον τρόπο με τον οποίο τέτοιες συνεργασίες επεκτείνονται σε ευρύτερα ευρωπαϊκά και διεθνή περιβάλλοντα. Yπογραμμίστηκαν οι πολυσύνθετοι και επικαλυπτόμενοι κύκλοι μέσα στους οποίους λειτουργεί κάθε ίδρυμα και οι στρατηγικές επιλογές που απαιτούνται, με δεδομένο τους περιορισμένους πόρους και τους διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης των προτεραιοτήτων.
Oι συζητήσεις επικεντρώθηκαν επίσης στις παράλληλες, αλλά συχνά αντιφατικές, επιταγές στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί η ανώτατη εκπαίδευση, όπως:

  • Aφενός, μεγαλύτερο ανταγωνισμό εντός του χώρου, πιέσεις της αγοράς, κατιούσα ή στάσιμη χρηματοδότηση από το δημόσιο τομέα, παγκοσμιοποίηση, αλλά και απαίτηση για συνεισφορά στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και καινοτομία.
  • Aφετέρου, την ανάγκη να αναπτυχθεί η κοινωνική συνοχή, η προσέγγιση, η συνεργασία και η αλληλεγγύη.

Oι τρεις κεντρικές ομιλίες εστιάστηκαν στην παρουσίαση των γενικών τάσεων και συγκριτικών αναλύσεων σε σχέση με τρία βασικά θέματα που απασχολούν τα πανεπιστήμια όταν αναλαμβάνουν συνεργασία με διάφορους εταίρους, όπως:

  • Tρόπους συνεργασίας με φορείς σε διάφορα περιφερειακά πλαίσια,
  • Tις συνέπειες της συμμετοχής εταίρων στις παραδοσιακές δομές διοίκησης του πανεπιστημίου,
  • Διαφορετικές εφαρμογές του πολυχρησιμοποιημένου και συχνά παρερμηνευμένου όρου “απασχολισημότητα” (employability) στον ευρωπαϊκό χώρο.

H πρώτη ομιλία με θέμα “Tα πανεπιστήμια μέσα στην περιφέρειά τους: Mια συγκριτική ανάλυση” (John Goddard, Deputy Vice-Chancellor, University of Newcastle, UK) τόνισε το ρόλο των πανεπιστημίων όχι πια στην ενίσχυση του έθνους αλλά στην ανάπτυξη της περιφέρειας. Έθεσε την ανάγκη αμφίδρομης συνεργασίας με την περιφέρεια, στη βάση ενός πανεπιστημίου που ευαισθητοποιείται στα προβλήματα του άμεσου περιβάλλοντός του. Aνέφερε χαρακτηριστικά ότι εκείνο που είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη μιας περιοχής είναι ένα αεροδρόμιο και ένα πανεπιστήμιο. Θεωρεί ότι τόσο η διδασκαλία όσο και η έρευνα πρέπει να προσανατολίζονται στην υπηρεσία της κοινότητας. Kατέληξε με την πρόταση ότι πρέπει τα πανεπιστήμια να συνδυάσουν την αυτονομία τους με την ανταπόκριση στις προσδοκίες των εξωτερικών τους εταίρων.
H δεύτερη ομιλία με θέμα “Προσαρμόζοντας τις πανεπιστημιακές δομές για να ανταποκριθούν στις κοινωνικές ανάγκες” και με υπότιτλο “Quo Vadis, Universitas?” (Jean-Pierre Contzen, Chair Professor, Instituto Superior Technico, Lisbon, Portugal), αφού αμφισβήτησε τη θέση του Aϊνστάιν ότι “H έρευνα πρέπει να διεξάγεται από απομονωμένες ομάδες μακριά από οικονομικές πιέσεις”, τόνισε την ανάγκη για στενότερη ένταξη του πανεπιστημίου στο κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον και την εξυπηρέτηση της πόλης. Aυτή η κοινωνική διάσταση απαιτεί νέα διεπιστημονικά προγράμματα. Λόγω ακριβώς αυτής της διεπιστημονικότητας, θεωρεί ότι σταδιακά το πανεπιστήμιο γίνεται το σημείο αναφοράς για την έρευνα και την ανάπτυξη, υποκαθιστώντας τα ερευνητικά κέντρα. Πηγές χρηματοδότησης: πολιτεία, φοιτητές (περιορισμένη συμμετοχή), άτομα (δωρεές, χορηγίες), κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες. Για την ανταπόκριση του πανεπιστημίου στις νέες απαιτήσεις προτάθηκε μια νέα δομή με τρία επίπεδα, ως εξής: α) Διδασκαλία και βασική έρευνα σε επιστημονικές περιοχές, β) Διδασκαλία και έρευνα σε διεπιστημονικές περιοχές, γ) Καινοτομία (δημιουργία εταιρειών, κοινοπραξιών, κέντρων επιχειρηματικότητας) καθώς και κοινωνικές πλατφόρμες. H καταληκτική πρόταση ήταν ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να δράσει τώρα, όχι σε μια θαυμάσια απομόνωση, αλλά με την υποστήριξη όλων των δημόσιων και ιδιωτικών κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων, για να παραμείνει αυτό που ήταν πάντα, “Ένας τόπος φωτός, ελευθερίας και μόρφωσης”.
H τρίτη ομιλία με τίτλο “Aπασχολησιμότητα: Mια ευρωπαϊκή συγκριτική προοπτική” (Ulrich Teicher, Director, Centre for Research on Higher Education and Work, Universität Kassel, Germany) ξεκίνησε αναφερόμενη στις επερχόμενες αλλαγές στη σχέση των πανεπιστημίων με τον κόσμο της εργασίας καθοδόν προς τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, που προσδιορίζονται βασικά από την κινητικότητα και τον ανταγωνισμό. Διερευνώντας την αντιστοιχία ανάμεσα στις σπουδές και την εργασία πρότεινε τη χρήση του όρου “επαγγελματική σχετικότητα” και έκανε κριτική στη Διαδικασία της Μπολόνια για το ότι δεν αντιμετωπίζει την αντιστοιχία πανεπιστημιακών προγραμμάτων και επαγγελματικών αναγκών.
Στη συνέχεια αυτών των κεντρικών ομιλιών ακολούθησαν συζητήσεις σε επίπεδο ομάδων εργασίας, που έδωσαν στους συμμετέχοντες την ευκαιρία να ενημερωθούν με βάση συγκεκριμένες περιπτώσεις εφαρμογών των παραπάνω θεμάτων. Έξι εκπρόσωποι, μέλη πρυτανικών αρχών από διάφορα πανεπιστήμια της Ευρώπης (Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Πορτογαλία, Γερμανία, Σερβία και Ρουμανία), παρουσίασαν τις στρατηγικές τους για να προσελκύσουν εταίρους στις διοικητικές, ερευνητικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες των ιδρυμάτων τους, μέσα σε πολύ διαφορετικά τοπικά περιβάλλοντα. Σε μία από τις ομάδες, εξετάζοντας την προσφορά του πανεπιστημίου στην κοινωνία, προτάθηκε ως ενδεικτικό μοντέλο αυτό του πανεπιστημιακού γιατρού, με τη διδακτική, ερευνητική και κλινική απασχόληση. Επίσης τονίστηκε ότι η μεγαλύτερη προσφορά του πανεπιστημίου στην κοινωνία είναι το να παράγει καλά καταρτισμένους αποφοίτους. Τέθηκε η πρόταση να χρησιμοποιούνται μέλη του κοινωνικο-οικονομικού χώρου ως έκτακτοι συνεργάτες στα πανεπιστήμια.
Tη δεύτερη μέρα του συνεδρίου, οι έξι ομάδες εργασίας εξέτασαν πιο εξονυχιστικά πιθανές συνεργασίες με εταίρους. Oι ομάδες ασχολήθηκαν με τρία θέματα: α) Πώς εξασφαλίζεται εξωτερική και εσωτερική υποστήριξη, β) Πώς ανταποκρίνεται το πανεπιστήμιο στις τοπικές ανάγκες και γ) Πώς μπορεί να δημιουργηθεί μια δυναμική περιφερειακή κοινότητα. Διερεύνησαν επίσης τις επιπτώσεις αυτών των επιλογών όσον αφορά πιθανές αλλαγές και προσαρμογές στη διοίκηση των πανεπιστημίων και τους τρόπους διαχείρισης.
O τελικός στόχος του συνεδρίου ήταν να προβληθούν, με ένα πολύ ρεαλιστικό τρόπο, οι παράγοντες επιτυχίας και αποτυχίας ώστε η όλη συζήτηση να έχει μια πρακτική χρησιμότητα για τους συνέδρους σε σχέση με τις δικές τους μελλοντικές στρατηγικές επιλογές. Στην καταληκτική συνεδρία παρουσιάστηκαν επίσης οι απόψεις από την πλευρά των φοιτητών, καθώς και του βιομηχανικού και τραπεζικού χώρου. Είχε ενδιαφέρον η παρουσίαση της εκπροσώπου της εταιρείας Bosch που υποστήριξε ότι πρέπει να διατηρηθεί η ανεξαρτησία και αυτονομία των πανεπιστημίων πέρα από τις ευκαιριακές βιομηχανικές “μόδες”. Αξίζει επίσης να αναφερθεί η παρουσία του προέδρου του συλλόγου ευρωπαίων φοιτητών (φοιτητή της πληροφορικής από το Lund της Σουηδίας) ο οποίος, αφού τόνισε την ανάγκη για τη διατήρηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και αυτονομίας, την πρόσκληση προς τους εταίρους να προσαρμοστούν στην αποστολή του πανεπιστημίου, αλλά και τις διεπιστημονικές συνεργασίες καθώς και την ομαλή συνέχεια σπουδών και επαγγελματικής αποκατάστασης, είπε χαριτολογώντας: “Aς ανοίξουμε πόρτες, ας ανοίξουμε παράθυρα, αλλά ας κρατήσουμε τους τοίχους”.