ΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΠΡΥΤΑΝΕΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ (ΕUΑ)
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ, 23-24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2004
Από: Αικατερίνη Δούκα-Καμπίτογλου, Αντιπρύτανι ΑΠΘ,
Εκπρόσωπο της Συνόδου στην Ένωση Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων
Στις 23-24 Φεβρουαρίου 2004 πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μια διήμερη συνάντηση με θέμα “Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας ― μια πρωτοβουλία για την επιστήμη στην Ευρώπη” (“European Research Council―Αn Initiative for Science in Europe”). Στη συνάντηση πήραν μέρος περίπου 100 άτομα, εκπρόσωποι διαφόρων επιστημονικών και πολιτικών οργανισμών όπως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων. Μεταξύ των φορέων συμμετείχε και η Ένωση Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (ΕUΑ), στο Συμβούλιο της οποίας εκπροσωπώ τη Σύνοδο Πρυτάνεων, και με την ιδιότητά μου αυτή παρακολούθησα τις εργασίες της συνάντησης. Θα ήθελα λοιπόν να σας κάνω μια σχετική ενημέρωση για τα πεπραγμένα αυτής της συνάντησης, καταρχήν με μια πολύ σύντομη μορφή και μετά με μια πιο λεπτομερή ανάλυση, δίνοντας όπου είναι δυνατό και τις αναφορές στο διαδίκτυο για όσους ενδιαφέρονται για μια πιο πλήρη εικόνα του θέματος.
Διαπίστωση: H έρευνα στην Ευρώπη υστερεί σε σχέση με την έρευνα στις HΠΑ και σε άλλες χώρες. Yστερεί όχι στην ποσότητα αλλά στην ποιότητα. Ένας λόγος για την κατάσταση αυτή είναι και η μειωμένη χρηματοδότηση της βασικής έρευνα στην ΕΕ έναντι αυτής των HΠΑ. Mε τους ρυθμούς αυτούς η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης συνεχώς υποβαθμίζεται. Επισημαίνεται επίσης το “ευρωπαϊκό παράδοξο” μιας κοινωνίας που ενώ υπερτερεί σε ποσότητα επιστημονικής παραγωγής υστερεί σε ικανότητα εκμετάλλευσης των νέων γνώσεων. Επίσης αδυνατεί να κρατήσει τους δικούς της κορυφαίους επιστήμονες ή να προσελκύσει αντίστοιχους από άλλες χώρες μην μπορώντας να προσφέρει υψηλού επιπέδου επαγγελματική αποκατάσταση.
Απόφαση: Προκειμένου να ανατραπεί αυτό το σκηνικό αποφασίστηκε στις Συνόδους Κορυφής της Λισσαβόνας (2000) και της Βαρκελώνης (2002) ότι η ΕΕ μέχρι το 2010 θα πρέπει να είναι η πιο προηγμένη και ανταγωνιστική οικονομία βασισμένη στη γνώση σε παγκόσμια κλίμακα. Mια από τις βασικές προϋποθέσεις για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός είναι η κεντρική ενίσχυση της βασικής έρευνας με την προώθηση του θεσμού της “αριστείας” και τη ριζική αύξηση των κονδυλίων για την έρευνα.
Μεθόδευση: Μέσα λοιπόν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας (European Research Area/ΕRΑ), η υποστήριξη της βασικής έρευνας και η καθιέρωση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (ΕEuropean Research Council/ΕRC) αποτελούν σήμερα βασικές προτεραιότητες στην ερευνητική πολιτική της Ευρώπης. Tο ποσό που συζητείται να διατεθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας από την ΕΕ είναι της τάξης των 2 εκατομμυρίων Ευρώ ετησίως (πέραν των άλλων χρηματοδοτήσεων που είναι ήδη σε εξέλιξη). Oι βασική αρχή που θα διέπει τη λειτουργία του ΕΣΕ είναι να υποστηρίζει ερευνητικές προτάσεις-προγράμματα με βάση την ερευνητική πρωτοβουλία (investigator-driven research ή bottom-up research και όχι έρευνα κάτω από top-down καθορισμένες προτεραιότητες και πολιτικές), που θα διακρίνονται για την υψηλή ποιότητα και την καινοτομία τους, μέσα από μια ανταγωνιστική διαδικασία με πλήρη διαφάνεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Tο ΕΣΕ θα καλύπτει όλα τα επιστημονικά πεδία, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών και των ανθρωπιστικών επιστημών.
Ακολουθεί μια πιο αναλυτική παρουσίαση αυτών των δεδομένων καθώς και των εργασιών και συμπερασμάτων της διήμερης συνάντησης των Βρυξελλών:
Από το 2002 όταν γεννήθηκε η ιδέα για την ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (ΕΣΕ), κυρίως με πρωτοβουλία των επιστημόνων, βρίσκεται σε εξέλιξη μια γόνιμη συζήτηση ανάμεσα σε διακεκριμένους επιστημονικούς οργανισμούς και άλλους σχετικούς φορείς. Ιδιαίτερα οι ερευνητές που ασχολούνται με τις Επιστήμες Ζωής έχουν αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα πάνω στο θέμα αυτό. Το European Life Sciences Forum/ΕLSF) οργάνωσε δύο συναντήσεις που αφενός εξέφρασαν την υποστήριξη αυτής της επιστημονικής κοινότητας για το ΕΣΕ και καθιέρωσαν τις γενικές αρχές που θα έπρεπε να διέπουν τις δραστηριότητές του, και αφετέρου είχαν στόχο να προωθήσουν συγκεκριμένα σχέδια όσον αφορά τη διαχείριση των ερευνητικών κονδυλίων και υποτροφιών, το στήσιμο των υποδομών και την προώθηση των κέντρων αριστείας, καθώς και τους μηχανισμούς παράδοσης (delivery mechanisms) του ΕΣΕ. Tο European Science Foundation (ΕSF) όρισε μια ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού κύρους η οποία πρότεινε τη δημιουργία ενός ΕΣΕ και προσδιόρισε τόσο το οργανωτικό πρότυπο όσο και τις πιθανές δραστηριότητες αυτού του Συμβουλίου. Άλλοι οργανισμοί, όπως οι Εuroscience, Εuropean University Αssociation (ΕUΑ), ΕUROHORC, Αcademia Εuropeae, Αll Αcademias, ΕU Researc Αdvisory Βoard (ΕURΑΒ) και πολλοί ακόμα πήραν μέρος στη συζήτηση. Oι προτάσεις όλων αυτών των οργανισμών βρίσκονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.elsf.org/elsferc.html.
Ενδιαφέρουσα είναι επίσης και η μελέτη με θέμα “Tο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας: μια ιδέα που έφτασε στην ωρίμανσή της” και βρίσκεται στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση:http://www.ercexpertgroup.org/documents/gronbaek_article.pdf
H επιστημονική κοινότητα ανταποκρίθηκε με ενδιαφέρον και ενθουσιασμό στην ιδέα ενός ΕΣΕ, αν και μάλλον με τρόπο αποσπασματικό και ευκαιριακό. Πιστεύοντας ότι η ευρωπαϊκή επιστημονική κοινότητα θα έπρεπε να έχει ομοφωνία πάνω στο θέμα αυτό, κυρίως διότι το ΕΣΕ οφείλει να υποστηρίξει όλους τους επιστημονικούς κλάδους, το Εuropean Life Sciences Forum (ΕLSF) και το ΕuroScience οργάνωσαν τον Οκτώβριο του 2003 στο Δουβλίνο μια διεπιστημονική συνάντηση με θέμα “Ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας για όλες τις επιστήμες”.
Περίπου ενενήντα διακεκριμένοι επιστήμονες και εκπρόσωποι των σημαντικότερων επιστημονικών οργανισμών που αντιστοιχούσαν σε όλο το φάσμα των επιστημονικών ειδικοτήτων, καθώς και άλλοι εμπλεκόμενοι φορείς, συναντήθηκαν στο Δουβλίνο για να συζητήσουν τη δημιουργία ενός ΕΣΕ. Αντικείμενο της συνάντησης ήταν να ενημερωθούν εκείνες οι επιστημονικές κοινότητες που δεν είχαν πάρει ως τότε μέρος στη συζήτηση για το ΕΣΕ και να επιτευχθεί μια κοινή θέση ως προς το θεσμό του ΕΣΕ, τις γενικές αρχές και τη δομή του. Και τελικά να προκύψει μια διεπιστημονική δυναμική θετική ως προς τη δημιουργία ενός ΕΣΕ που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες και προσδοκίες της επιστημονικής κοινότητας.
H συνάντηση πέτυχε τους στόχους που είχαν τεθεί από τους οργανωτές ανοίγοντας τη διερεύνηση σχετικά με το ΕΣΕ προς όλες τις επιστημονικές ειδικότητες και τις επιστημονικές ομάδες. Oι επιμέρους συζητήσεις επικεντρώθηκαν στο βασικό ρόλο που θα πρέπει να παίξει ένας τέτοιος οργανισμός για την καθιέρωση ενός πραγματικά Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας. Επίσης επισημάνθηκε καθαρά ότι η επιστημονική κοινότητα πρέπει να έχει άμεση σχέση με τον προσδιορισμό και τη διαχείριση των προγραμμάτων ώστε το ΕΣΕ να αποβεί ένας επιτυχής θεσμός. Άλλο σημαντικό θέμα που τέθηκε ήταν το ότι η χρηματοδότηση πρέπει να γίνεται κεντρικά και όχι σε βάρος των εθνικών προγραμμάτων, ώστε το ΕΣΕ να έχει την υποστήριξη των εθνικών φορέων και των επιστημόνων σε όλες τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μια σημαντική στιγμή στη συνάντηση του Δουβλίνου ήταν η παρουσίαση από τον Αχιλλέα Μητσό, Γενικό Διευθυντή της Ευρωπαϊκής Διεύθυνσης Έρευνας, ο οποίος ανακοίνωσε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει την ιδέα δημιουργίας ενός οργανισμού για τη βασική έρευνα και για το λόγο αυτό θα ζητήσει ειδική χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η θέση καταγράφεται και στο ανακοινωθέν της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, “H Ευρώπη και η βασική έρευνα” που δημοσιοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2004 (http://europa.eu.int/comm/research/press/2004/pdf/acte_en_version_final_15janv_04.pdf). Παράλληλα με τη θετική στάση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως προς την υποστήριξη της βασικής έρευνας, αυτή η κίνηση της Επιτροπής δείχνει ότι οι Ευρωπαϊκοί Oργανισμοί συζητούν σοβαρά τη χρηματοδότηση ενός φορέα που θα προωθήσει τη βασική έρευνα στο εγγύς μέλλον, πράγμα που θα πρέπει να θεωρηθεί μεγάλη επιτυχία της επιστημονικής κοινότητας.
Σημαντικό επίτευγμα της συνάντησης του Δουβλίνου υπήρξε η καθιέρωση, για πρώτη φορά στην Ευρώπη, μιας πλατφόρμας όπου όλες οι επιστημονικές ειδικότητες, από τις θετικές ως τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, μπορούν να συζητήσουν στρατηγικές και προγράμματα. Στη συνέχεια αποφασίστηκε αυτό το σχήμα να πάρει μια πιο συγκεκριμένη δομή κάτω από το όνομα “Πρωτοβουλία για την Επιστήμη στην Ευρώπη” (Initiative for Science in Εurope/ISΕ) ώστε να προωθήσει τη συζήτηση για τα θέματα αυτά και να εξασφαλίσει τη μεταβίβαση των απόψεων της επιστημονικής κοινότητας. Επίσης συστάθηκε μια Oμάδα Εργασίας της ISΕ με σκοπό την οργάνωση αυτής της συνάντησης των Βρυξελλών με θέμα “Tο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας ― μια πρωτοβουλία για την Επιστήμη στην Ευρώπη”.
Στόχος της συνάντησης των Βρυξελλών ήταν να επανεξετάσει τους λόγους για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας, τις απόψεις και τις προσδοκίες της επιστημονικής κοινότητας, προφανώς σε σχέση με τις ανάγκες των διαφόρων επιστημονικών ειδικοτήτων, τις βασικές οργανωτικές προϋποθέσεις και μηχανισμούς παράδοσης (delivery mechanisms), τις διασυνδέσεις μεταξύ του ΕΣΕ και άλλων φορέων χρηματοδότησης και την αντιμετώπιση των ανισοτήτων ανάμεσα στα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης να γνωστοποιήσει στην επιστημονική κοινότητα τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Oμάδα των Ειδικών στην οποία ανατέθηκε από τη Δανική Προεδρία το 2002 να διερευνήσει τις δυνατότητες δημιουργίας του ΕΣΕ, προτείνοντας παράλληλα τους στόχους και το πεδίο δράσης του. Επίσης να ενημερώσει την επιστημονική κοινότητα για τις θέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
H συνάντηση, που στόχευε επίσης στην ενημέρωση των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα οποία θα συναποφασίσουν για την ίδρυση και χρηματοδότηση του ΕΣΕ, ήταν πραγματικά πολύ επίκαιρη. Στο ανακοινωθέν του Ιανουαρίου 2004 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε ότι “οι προτάσεις για τον επιχειρησιακό μετασχηματισμό των συμπερασμάτων της συζήτησης για τη βασική έρευνα με τη μορφή μηχανισμών που θα εφαρμοστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο” θα προωθηθούν πριν από τον Ιούνιο του 2004 και ότι “μια πολιτική συζήτηση γύρω από το δεύτερο Ανακοινωθέν της Επιτροπής που θα συμπεριληφθεί στο 7ο Πλαίσιο θα πρέπει να γίνει στο δεύτερο εξάμηνο του 2004”. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική απόφαση για την καθιέρωση του ΕΣΕ και ένας προκαταρκτικός καθορισμός των στόχων, των αρμοδιοτήτων και της οργανωτικής δομής του, πιθανόν θα γίνουν μέσα στο 2004. Για το λόγο αυτό, μετά τη συνάντηση στις Βρυξέλλες θα συνταχθεί ένα κείμενο που θα αντανακλά τις θέσεις και τις απόψεις των “πελατών” του ΕΣΕ, δηλαδή των επιστημόνων, και το προσχέδιο αυτό θα κυκλοφορήσει ώστε να συζητηθεί και να έχει την αποδοχή όλης της επιστημονικής κοινότητας. H Oμάδα Εργασίας της ISΕ έχει δεσμευτεί να συνεχίσει τις προσπάθειες και πέρα από τη συνάντηση των Βρυξελλών, κάνοντας επαφές με άτομα που συμμετέχουν σε κέντρα πολιτικών αποφάσεων ώστε να εξασφαλιστεί η ανταπόκριση στις ανάγκες και απαιτήσεις της επιστημονικής κοινότητας.
Περιληπτικό Πρόγραμμα της Συνάντησης των Βρυξελλών:
Κατά τη διάρκεια της διήμερης συνάντησης πραγματοποιήθηκαν έξι συνεδριάσεις. Κάθε μια επικεντρώθηκε στην εξέταση διαφορετικών θεμάτων και ερωτημάτων που σχετίζονται με το υπό ίδρυση Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας, ως εξής:
Πρώτη συνεδρίαση, με θέμα “Γιατί ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας;” και με τις εξής ενότητες: 1) Ιστορική ανασκόπηση της συζήτησης για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας, 2) Πόσο καλά πηγαίνει η Ευρώπη στη βασική έρευνα; 3) Tο πρόβλημα του κατακερματισμού, διαστάσεις και προοπτικές (συμπεριλαμβάνοντας τις υποδομές για έρευνα και τα πανεπιστήμια), 4) Tο θέμα του ανθρώπινου δυναμικού, 5) Μια πολιτική επιταγή για τη βασική έρευνα στην Ευρώπη.
Στόχος της πρώτης συνεδρίας ήταν να δείξει ότι η βασική έρευνα αποτελεί ουσιαστικό συστατικό μιας οικονομίας βασισμένης στη γνώση, όπου η Ευρώπη υστερεί με δραματικό τρόπο απέναντι στους ανταγωνιστές της και συνεπώς η βασική έρευνα θα πρέπει να τεθεί ως πολιτική προτεραιότητα της Ευρώπης. Επίσης να συζητήσει το γιατί η βασική έρευνα απαιτεί μια νέα προσέγγιση και ένα νέο χρηματοδοτικό φορέα που θα λειτουργεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε να συμπληρώνει τα εθνικά προγράμματα και να βοηθήσει να ξεπεραστούν ορισμένες αδυναμίες συγκεκριμένων κρατών αλλά και της Ευρώπης ολόκληρης.
Δεύτερη συνεδρίαση, με θέμα “Όργανα και ανταποδοτικότητα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας―Oι ανάγκες των διαφόρων επιστημονικών αντικειμένων”: 1) Φυσική, 2) Μαθηματικά, 3) Χημεία, 4) Επιστήμες Ζωής, 4) Κοινωνικές Επιστήμες, 5) Ανθρωπιστικές Επιστήμες.
Υπάρχει μια συμφωνία τόσο στην επιστημονική κοινότητα όσο και σε πολιτικό επίπεδο ότι το ΕΣΕ πρέπει να στηρίζει τη βασική έρευνα σε όλα τα επιστημονικά πεδία. Ίσως όμως ένα κοινό σχήμα να μην είναι κατάλληλο για όλες τις επιστημονικές ειδικότητες. Αυτή η συνεδρίαση είχε στόχο να προσδιορίσει τα σημεία σύγκλισης αλλά επίσης και τις ιδιομορφίες των διαφόρων επιστημονικών αντικειμένων, ώστε το ΕΣΕ να υποστηρίξει προγράμματα που να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες και τις ανάγκες της επιστημονικής κοινότητας. Για το λόγο αυτό οι οργανωτές της συνάντησης κάλεσαν εκπροσώπους διακεκριμένων οργανισμών για να καταθέσουν συλλογικές απόψεις για τα παρακάτω ερωτήματα:
α) Πώς προσδιορίζονται, στο πλαίσιο ενός ΕΣΕ, οι ανάγκες της επιστήμης σας με βάση μια μεθόδευση που θα βασίζεται στην επιστημονική αριστεία και τον ανταγωνισμό;
β) Ποια θα πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά των μηχανισμών παράδοσης (delivery mechanisms) και της δομής του ΕΣΕ ως προς την υποβολή και αξιολόγηση των προτάσεων, μια αξιολόγηση που θα γίνεται από διακεκριμένους επιστήμονες της ειδικότητας, τον τρόπο επιλογής αυτών των αξιολογητών, τη χρήση των εγκεκριμένων κονδυλίων, καθώς και το ρόλο, την ευθύνη, το προφίλ και τη σύνθεση των διαχειριστών των προγραμμάτων και των επιτροπών που θα συσταθούν; Πώς θα αποφευχθεί η πληθώρα προτάσεων για τα προγράμματα του ΕΣΕ ώστε να μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά ένα λογικό αριθμό προτάσεων και να εξασφαλίσει ένα ικανοποιητικό ποσοστό επιτυχίας για τους αιτούντες;
γ) Ποιος θα είναι ο στόχος των προγραμμάτων του ΕΣΕ; Θα ήταν σωστό ή εφικτό οι μεγάλες επιστημονικές, διεπιστημονικές ή ακόμα και κοινωνικές προκλήσεις να προσδιοριστούν “εκ των άνωθεν”, και αν ναι, πώς θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν; Κάτι τέτοιο όμως πώς θα ήταν συμβατό με το κυρίαρχο ήθος “από τη βάση προς τα πάνω” που ως σήμερα κυριαρχεί σε κάθε συζήτηση για το ΕΣΕ; Πώς θα μπορούσε να κριθεί η επιτυχία σε συγκεκριμένες ειδικότητες και πώς αυτό θα συνέβαλε στους στόχους του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας;
Τρίτη συνεδρίαση, με θέμα “Tο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας στον πραγματικό κόσμο”:
Είναι γεγονός ότι σήμερα στην Ευρώπη η ουσιαστική χρηματοδότηση της έρευνας πραγματοποιείται μέσα από ποικίλα εθνικά συστήματα. Πώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να παρέμβει το ΕΣΕ σε αυτούς τους οργανισμούς; Tι επίδραση θα έχει η συνύπαρξη των εθνικών συστημάτων χρηματοδότησης με το ΕΣΕ όσον αφορά τις ευκαιρίες χρηματοδότησης για την έρευνα; Επιπλέον, στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνυπάρχουν συστήματα της καλά χρηματοδοτούμενης έρευνας με αυτά της υποχρηματοδοτούμενης έρευνας. Αυτή η απόσταση θα ενταθεί με την ένταξη των νέων κρατών-μελών. Προηγούμενες συζητήσεις φαίνεται να οδηγούν προς την κατεύθυνση ότι το ΕΣΕ δε θα πρέπει να θεωρηθεί ως μηχανισμός που υποστηρίζει την ευρωπαϊκή σύγκλιση και επομένως η προσέγγιση της juste retour θα πρέπει τελείως να αποκλειστεί. Από την άλλη, ένα ΕΣΕ βασισμένο αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς μπορεί να μην είναι αποδεκτό από πολιτική και επιστημονική άποψη. Tο θέμα αυτής της συζήτησης ήταν πώς να συνδυαστεί αυτός ο νέος μηχανισμός χρηματοδότησης με τους ήδη υπάρχοντες και πώς να αντιμετωπιστούν οι ανισότητες σε μια ανομοιογενή Ευρώπη.
Τέταρτη συνεδρίαση, με θέμα “Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας: τι ακριβώς σημαίνει;” και με τις εξής ενότητες: 1) Παρουσίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας από την Oμάδα Ειδικών, 2) H άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 3) H άποψη ενός επιστήμονα (με βραβείο Nobel).
Πέμπτη συνεδρίαση, με θέμα “Tο προτεινόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες;”:
Παρουσιάστηκαν οι προσδοκίες της επιστημονικής κοινότητας και συζητήθηκαν τα πρότυπα πρακτικής εφαρμογής των θέσεων του ΕΣΕ. Εξετάστηκαν οι βασικοί παράγοντες επιτυχίας μιας ευρωπαϊκής πολιτικής για τη βασική έρευνα. Ένα από τα θέματα που τέθηκαν ήταν αν ένα ΕΣΕ μπορεί να περιοριστεί στη διαχείριση ανταγωνιστικών προτάσεων για τη χρηματοδότηση της έρευνας ή θα έπρεπε επίσης να ασχοληθεί, σε συνεργασία με άλλους φορείς, με θέματα υποδομών που αποτελούν βασική προϋπόθεση της ανταγωνιστικής έρευνας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Έκτη συνεδρίαση: Mέσω του Προέδρου της Ένωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (ΕUΑ) παρουσιάστηκαν οι θέσεις των πανεπιστημίων τα οποία, ως πρωταγωνιστές της έρευνας στην Ευρώπη, αποτελούν σημαντικούς ενδιαφερόμενους φορείς για ένα ΕΣΕ. Διαπιστώθηκε η ανάγκη αύξησης του αριθμού των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων με ισχυρό ερευνητικό προφίλ και επισημάνθηκε ότι η εκπαίδευση νέων ερευνητών αποτελεί βασική δραστηριότητα των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Επίσης ότι η ανταγωνιστικότητα δεν πρέπει να αποβεί σε βάρος της συνεργασίας.
Ακολούθησε συνόψιση των βασικών θέσεων και συμπεράσματα της συνάντησης: 1) Έχει γίνει ως τώρα πολύ καλή δουλειά από τους επιστημονικούς οργανισμούς που ασχολήθηκαν με το θέμα προωθώντας την αλλαγή του σκηνικού για τη βασική έρευνα στην Ευρώπη, 2) Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού, 3) Nα αυξηθεί η χρηματοδότηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, 4) Nα αυξηθεί η χρηματοδότηση της βασικής έρευνας και σε εθνικό επίπεδο, 5) H υποστήριξη της βασικής έρευνας είναι εξίσου σημαντική με αυτή της εφαρμοσμένης (αντίθετα με την πολιτική που ακολουθήθηκε ως τώρα υποστηρίζοντας τη δεύτερη), 6) Όλες οι επιστήμες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής για τη διεκδίκηση χρηματοδότης, 7) Πρόβλημα σύγκλισης περισσότερο και λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών, 8) Χρειάζεται η συνεργασία ακαδημαϊκών και κοινωνικών/ οικονομικών φορέων, 9) Θα πρέπει να επιτευχθεί μια συσπείρωση της επιστημονικής κοινότητας και να ξεκινήσει μια εκστρατεία ενημέρωσης τόσο της κοινής γνώμης όσο και των κέντρων πολιτικών αποφάσεων.